Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Turnpike
01
διόδια, φράγματα διόδων
(from 16th to 19th centuries) gates set across a road to prevent passage until a toll had been paid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
turnpikes
02
διάδρομος διόδιας, διόδια
a major highway, typically with a gate where travelers pay a fee for use
Παραδείγματα
Drivers used the turnpike to bypass heavy traffic on the regular route.
Οι οδηγοί χρησιμοποίησαν την δημοτική οδό για να αποφύγουν την έντονη κυκλοφορία στη συνηθισμένη διαδρομή.
Λεξικό Δέντρο
turnpike
turn
pike



























