turnpike
turn
ˈtɜ:n
tēn
pike
paɪk
paik

Ορισμός και σημασία του "turnpike"στα αγγλικά

01

διόδια, φράγματα διόδων

(from 16th to 19th centuries) gates set across a road to prevent passage until a toll had been paid 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
turnpikes
02

διάδρομος διόδιας, διόδια

a major highway, typically with a gate where travelers pay a fee for use 
Παραδείγματα
Drivers used the turnpike to bypass heavy traffic on the regular route. 

Οι οδηγοί χρησιμοποίησαν την δημοτική οδό για να αποφύγουν την έντονη κυκλοφορία στη συνηθισμένη διαδρομή.

Λεξικό Δέντρο

turnpike

turn

+

pike

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store