Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Turnabout
01
μεταστροφή, πλήρης αλλαγή
a complete reversal of direction, action, or opinion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
turnabouts
Παραδείγματα
The turnabout in the economy led to a surge in job opportunities.
Η στροφή στην οικονομία οδήγησε σε άνοδο των ευκαιριών εργασίας.
02
αλλαγή απόφασης, στροφή
a decision to reverse an earlier decision
Λεξικό Δέντρο
turnabout
turn
about



























