turnabout
Pronunciation
/ˈtɝnəˌbaʊt/

Ορισμός και σημασία του "turnabout"στα αγγλικά

01

μεταστροφή, πλήρης αλλαγή

a complete reversal of direction, action, or opinion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
turnabouts
Παραδείγματα
The turnabout in the economy led to a surge in job opportunities.
Η στροφή στην οικονομία οδήγησε σε άνοδο των ευκαιριών εργασίας.
02

αλλαγή απόφασης, στροφή

a decision to reverse an earlier decision
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store