Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to turn to
01
απευθύνομαι σε, ζητώ συμβουλή από
to seek guidance, help, or advice from someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
turn
ενεστώτας
turn to
γ΄ ενικό πρόσωπο
turns to
ενεστώτα μετοχή
turning to
απλός αόριστος
turned to
παθητική μετοχή
turned to
Παραδείγματα
She turned to her friend for advice on the difficult decision.
Αναζήτησε τη συμβουλή του φίλου της για τη δύσκολη απόφαση.
02
στρέφομαι προς, αφοσιώνομαι σε
to direct one's interest or attention toward a specific subject or activity
Παραδείγματα
The group turned to brainstorming ideas for the upcoming event.
Η ομάδα στράφηκε στη συλλογή ιδεών για την επερχόμενη εκδήλωση.
03
στρέφομαι σε, αρχίζω να κάνω
to begin doing something harmful, like crime or drugs, often as a response to feeling unhappy
Παραδείγματα
He turned to stealing after losing his job.
Έστρεψε προς την κλοπή αφού έχασε τη δουλειά του.
04
μετατρέπω, μεταμορφώνω
to transform one thing into another
Παραδείγματα
The chef turned basic ingredients to an exquisite dish.
Ο σεφ μετέτρεψε βασικά υλικά σε ένα εξαιρετικό πιάτο.



























