to turn to
Pronunciation
/tˈɜːn tuː/

Ορισμός και σημασία του "turn to"στα αγγλικά

to turn to
[phrase form: turn]
01

απευθύνομαι σε, ζητώ συμβουλή από

to seek guidance, help, or advice from someone
to turn to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
turn
ενεστώτας
turn to
γ΄ ενικό πρόσωπο
turns to
ενεστώτα μετοχή
turning to
απλός αόριστος
turned to
παθητική μετοχή
turned to
Παραδείγματα
In times of trouble, it's natural to turn friends for support.
Σε καιρούς δυσκολίας, είναι φυσικό να απευθυνόμαστε στους φίλους για υποστήριξη.
02

στρέφομαι προς, αφοσιώνομαι σε

to direct one's interest or attention toward a specific subject or activity
Παραδείγματα
In times of trouble, people often turn to their close friends for support.
Σε καιρούς δυσκολίας, οι άνθρωποι συχνά απευθύνονται στους στενούς τους φίλους για υποστήριξη.
03

στρέφομαι σε, αρχίζω να κάνω

to begin doing something harmful, like crime or drugs, often as a response to feeling unhappy
Παραδείγματα
The loneliness made him turn to unhealthy habits.
Η μοναξία τον έκανε να στραφεί σε ανθυγιεινές συνήθειες.
04

μετατρέπω, μεταμορφώνω

to transform one thing into another
Παραδείγματα
The company turned their outdated technology to the latest models.
Η εταιρεία μετέτρεψε την απαρχαιωμένη τεχνολογία της στα πιο πρόσφατα μοντέλα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store