turmoil
tur
ˈtɜ:
moil
mɔɪl
moyl

Ορισμός και σημασία του "turmoil"στα αγγλικά

01

ταραχή, ανησυχία

a state of extreme disturbance that causes a lot of worry and uncertainty 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
turmoils
02

ταραχή, ανησυχία

a state of great trouble or anxiety 
03

ταραχή, αναστάτωση

disturbance usually in protest 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store