Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Turf
01
έδαφος, πεδίο επιρροής
range of jurisdiction or influence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
γρασίδι, χλοοτάπητας
surface layer of ground containing a mat of grass and grass roots
03
έδαφος, ζώνη
the territory claimed by a juvenile gang as its own
to turf
01
καλύπτω με γρασίδι, φυτεύω γρασίδι
cover (the ground) with a surface layer of grass or grass roots
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
turf
γ΄ ενικό πρόσωπο
turfs
ενεστώτα μετοχή
turfing
απλός αόριστος
turfed
παθητική μετοχή
turfed



























