turf
Pronunciation
/ˈtɝf/
turves

Ορισμός και σημασία του "turf"στα αγγλικά

01

έδαφος, πεδίο επιρροής

range of jurisdiction or influence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02

γρασίδι, χλοοτάπητας

surface layer of ground containing a mat of grass and grass roots
03

έδαφος, ζώνη

the territory claimed by a juvenile gang as its own
to turf
01

καλύπτω με γρασίδι, φυτεύω γρασίδι

cover (the ground) with a surface layer of grass or grass roots
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
turf
γ΄ ενικό πρόσωπο
turfs
ενεστώτα μετοχή
turfing
απλός αόριστος
turfed
παθητική μετοχή
turfed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store