turdpile
turd
ˈtɜ:d
tēd
pile
paɪl
pail

Ορισμός και σημασία του "turdpile"στα αγγλικά

01

σωρός σκατά, σωρός αποτυχιών

a person considered completely worthless or made up of nothing but failures 
turdpile definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
turdpiles
Παραδείγματα
He called himself a turdpile after blowing the interview. 

Αποκάλεσε τον εαυτό του σωρό σκατά αφού τα έκανε θάλασσα στη συνέντευξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store