Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tuneless
01
παράφωνος, χωρίς μελωδία
lacking a pleasant tune
Παραδείγματα
The karaoke session turned chaotic when several participants sang tuneless versions of popular songs.
Η συνεδρία καραόκε έγινε χαοτική όταν πολλοί συμμετέχοντες τραγούδησαν παράφωνες εκδοχές δημοφιλών τραγουδιών.
Λεξικό Δέντρο
tunelessly
tuneless
tune



























