Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tuff
01
ηφαιστειογενής τόφφος, σκληρή ηφαιστειακή πέτρα που αποτελείται από συμπιεσμένη ηφαιστειακή στάχτη
hard volcanic rock composed of compacted volcanic ash
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tuffs



























