Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Black-eyed pea
01
μαυρομάτικο φασόλι, φασόλι μαυρομάτικο
a legume with a distinctive cream-colored skin and a small black mark resembling an eye
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
black-eyed peas
Παραδείγματα
Black-eyed peas are commonly used in stews, soups, salads, and traditional dishes.
Τα μαυρομάτικα φασόλια χρησιμοποιούνται συνήθως σε στιφάδες, σούπες, σαλάτες και παραδοσιακά πιάτα.
02
μαυρομάτικο φασόλι, φασόλι μαύρου ματιού
fruit or seed of the cowpea plant



























