blackball
black
blæk
μπλαικ
ball
bɔ:l
μπωλ
/blˈækbɔːl/

Ορισμός και σημασία του "blackball"στα αγγλικά

01

μαύρη μπάλα, ψήφος απόρριψης

a formal vote or veto used to reject someone from joining a group
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blackballs
Παραδείγματα
A lone blackball can override unanimous support.
Ένα μόνο blackball μπορεί να ακυρώσει την ομόφωνη υποστήριξη.
to blackball
01

αποκλείω, μποϊκοτάρω

to exclude someone from a group
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blackball
γ΄ ενικό πρόσωπο
blackballs
ενεστώτα μετοχή
blackballing
απλός αόριστος
blackballed
παθητική μετοχή
blackballed
Παραδείγματα
The whistleblower was quietly blackballed by her peers.
Η μάρτυρας κατηγορίας αποκλείστηκε σιωπηλά από τους συναδέλφους της.
02

απορρίπτω με ψήφο, ψηφίζω εναντίον

to cast a vote or take action to prevent someone's acceptance or endorsement
Παραδείγματα
The board blackballed the merger plan.
Το διοικητικό συμβούλιο απέρριψε το σχέδιο συγχώνευσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store