tucked
tucked
tʌkt
takt
tusked

Ορισμός και σημασία του "tucked"στα αγγλικά

01

τακτοποιημένος, στερεωμένος

neatly arranged or secured in a close-fitting manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tucked
συγκριτικός βαθμός
more tucked
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
clothing, appearance, arrangement
Παραδείγματα
She wore a tucked shirt, giving her outfit a polished look. 

Φορούσε ένα μπαλωμένο πουκάμισο, δίνοντας στο ντύσιμό της μια γυαλιστερή εμφάνιση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

untucked
tucked
tuck
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store