Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tucked
01
τακτοποιημένος, στερεωμένος
neatly arranged or secured in a close-fitting manner
Παραδείγματα
The tucked napkin in his collar prevented spills during dinner.
Η τοποθετημένη πετσέτα στο γιακά του απέτρεψε τις χύσεις κατά το δείπνο.
Λεξικό Δέντρο
untucked
tucked
tuck



























