Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tuck away
01
κρύβω, αποθηκεύω
to put something in a safe or hidden place for later use or to keep it out of sight
Transitive: to tuck away sth
Παραδείγματα
The secluded cabin is tucked away in the dense forest for a peaceful retreat.
Η απομονωμένη καλύβα είναι κρυμμένη στο πυκνό δάσος για μια γαλήνια υποχώρηση.
02
καταβροχθίζω, καταπίνω
to consume a significant amount of food
Transitive: to tuck away food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
tuck
ενεστώτας
tuck away
γ΄ ενικό πρόσωπο
tucks away
ενεστώτα μετοχή
tucking away
απλός αόριστος
tucked away
παθητική μετοχή
tucked away
Παραδείγματα
After the hike, he tucked away a hearty meal to replenish his energy.
Μετά την πεζοπορία, κατάπιε ένα χορταστικό γεύμα για να αναπληρώσει την ενέργειά του.



























