Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tuck away
[phrase form: tuck]
01
κρύβω, αποθηκεύω
to put something in a safe or hidden place for later use or to keep it out of sight
Transitive: to tuck away sth
Παραδείγματα
He tucked away his passport in a secret pocket of his suitcase.
Έκρυψε το διαβατήριό του σε μια μυστική τσέπη της βαλίτσας του.
02
καταβροχθίζω, καταπίνω
to consume a significant amount of food
Transitive: to tuck away food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
tuck
ενεστώτας
tuck away
γ΄ ενικό πρόσωπο
tucks away
ενεστώτα μετοχή
tucking away
απλός αόριστος
tucked away
παθητική μετοχή
tucked away
Παραδείγματα
At the party, guests eagerly tucked away the mouth-watering appetizers.
Στο πάρτι, οι καλεσμένοι κατάπιαν με μεγάλη όρεξη τα νόστιμα ορεκτικά.



























