Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tsk
01
Τσσ, Τουτ
used to express disapproval, disappointment, or annoyance
Παραδείγματα
Tsk, the bus is late again.
Τσκ, το λεωφορείο άργησε πάλι.
to tsk
01
λέω 'τσκ', κάνω 'τσκ' ως έκφραση αποδοκιμασίας
utter tsk,' tut,' or `tut-tut,' as in disapproval
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tsk
γ΄ ενικό πρόσωπο
tsks
ενεστώτα μετοχή
tsking
απλός αόριστος
tsked
παθητική μετοχή
tsked



























