trunks
trunks
trʌnks
tranks
punks

Ορισμός και σημασία του "trunks"στα αγγλικά

01

σορτς, κοντό παντελόνι

(used in the plural) trousers that end at or above the knee 
trunks definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trunks
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store