trouper
Pronunciation
/tɹˈuːpɚ/

Ορισμός και σημασία του "trouper"στα αγγλικά

01

ένας βετεράνος της σκηνής, ένας αξιόπιστος και έμπειρος ηθοποιός

an actor or performer who is very reliable and has a lot of experience
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
troupers
02

αξιόπιστο και εργατικό άτομο, ακούραστος εργάτης

a person who is reliable and uncomplaining and hard working
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store