Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bitumen
01
ασφαλτικό, φυσικό άσφαλτο
any of various naturally occurring impure mixtures of hydrocarbons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bitumens
02
ασφαλτικό, άσφαλτος
a thick, black or dark brown substance made from petroleum that is used to make roads and roofs



























