Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Troche
01
παστίλια
a medicated lozenge used to soothe the throat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
troches
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
παστίλια