Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Triple-decker
01
τριπλό, σάντουιτς με τρία φέτες ψωμί
made with three slices of usually toasted bread
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
triple-deckers



























