Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trimness
01
η τάξη, η κομψότητα
he quality of being neat and well-proportioned
Παραδείγματα
The trimness of his physique was a result of regular exercise and a healthy lifestyle.
Η λεπτότητα της φυσικής του κατάστασης ήταν αποτέλεσμα τακτικής άσκησης και ενός υγιεινού τρόπου ζωής.



























