trimness
trim
ˈtrɪm
τριμ
ness
nəs
νασ
/tɹˈɪmnəs/

Ορισμός και σημασία του "trimness"στα αγγλικά

01

η τάξη, η κομψότητα

he quality of being neat and well-proportioned
Παραδείγματα
The trimness of his physique was a result of regular exercise and a healthy lifestyle.
Η λεπτότητα της φυσικής του κατάστασης ήταν αποτέλεσμα τακτικής άσκησης και ενός υγιεινού τρόπου ζωής.

Λεξικό Δέντρο

trimness
trim
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store