trimness
trim
ˈtrɪm
trim
ness
nəs
nēs
truenesstriteness

Ορισμός και σημασία του "trimness"στα αγγλικά

01

η τάξη, η κομψότητα

he quality of being neat and well-proportioned 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The trimness of her attire accentuated her elegance and poise. 

Η καθαρότητα της ενδυμασίας της τόνωσε την κομψότητα και τη στάση της.

Λεξικό Δέντρο

trimness
trim
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store