Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tremble
01
τρεμουλιάζω, δονώ
to move or jerk quickly and involuntarily, often due to fear, excitement, or physical weakness
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
tremble
γ΄ ενικό πρόσωπο
trembles
ενεστώτα μετοχή
trembling
απλός αόριστος
trembled
παθητική μετοχή
trembled
Παραδείγματα
The small animal trembled with fear as it faced a larger predator.
Το μικρό ζώο τρεμόλαβε από φόβο καθώς αντιμετώπιζε έναν μεγαλύτερο θηρευτή.
Tremble
01
τρόμος, ριγή
a reflex motion caused by cold or fear or excitement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trembles
Λεξικό Δέντρο
trembler
trembling
trembling
tremble



























