Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trek
01
διαδρομή, ταξίδι
a difficult and lengthy journey, often taken on foot or by hiking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
treks
Παραδείγματα
Their trek through the icy terrain was filled with difficulties.
Το ταξίδι τους μέσα από τον παγωμένο έδαφος ήταν γεμάτο δυσκολίες.
02
ένα ταξίδι, ένα μακρύ ταξίδι
a journey by ox wagon, especially as part of an organized migration of settlers
Παραδείγματα
Supplies were carefully rationed during the trek.
Τα εφόδια διανεμήθηκαν προσεκτικά κατά τη διάρκεια του trek.
to trek
01
ταξιδεύω πεζή, κάνω πεζοπορία
to go for a long walk or journey, particularly in the mountains, forests, etc. as an adventure
Intransitive: to trek somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
trek
γ΄ ενικό πρόσωπο
treks
ενεστώτα μετοχή
trekking
απλός αόριστος
trekked
παθητική μετοχή
trekked
Παραδείγματα
Inspired by adventure stories, the friends planned to trek through the dense forest.
Εμπνευσμένοι από ιστορίες περιπέτειας, οι φίλοι σχεδίασαν να ταξιδέψουν μέσα από το πυκνό δάσος.



























