Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
treasured
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most treasured
συγκριτικός βαθμός
more treasured
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sentiment, value, objects
Παραδείγματα
Her grandmother's locket was a treasured family heirloom that she wore every day.
Το μενταγιόν της γιαγιάς της ήταν ένα πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο που φορούσε κάθε μέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
treasured
treasure



























