treasured
trea
ˈtrɛ
tre
sured
ʒəd
zhēd
measured

Ορισμός και σημασία του "treasured"στα αγγλικά

01

πολύτιμος, αγαπημένος

highly valued and held dear due to sentimental or intrinsic worth 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most treasured
συγκριτικός βαθμός
more treasured
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sentiment, value, objects
Παραδείγματα
Her grandmother's locket was a treasured family heirloom that she wore every day. 

Το μενταγιόν της γιαγιάς της ήταν ένα πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο που φορούσε κάθε μέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

treasured
treasure
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store