Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transportable
01
μεταφερόμενος, φορητός
having the ability to be moved from one place to another
Παραδείγματα
The transportable wheelchair ramp made it easier for people with disabilities to access buildings.
Η μεταφoρητή ράμπα για αναπηρικά αμαξίδια διευκόλυνε την πρόσβαση των ατόμων με αναπηρία σε κτίρια.
Λεξικό Δέντρο
transportable
transport



























