Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to transmigrate
01
μεταναστεύω, μετακινούμαι
move from one country or region to another and settle there
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
transmigrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
transmigrates
ενεστώτα μετοχή
transmigrating
απλός αόριστος
transmigrated
παθητική μετοχή
transmigrated
02
μεταναστεύω, ξαναγεννιέμαι σε άλλο σώμα
be born anew in another body after death
Λεξικό Δέντρο
transmigration
transmigrate



























