Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to transfix
01
διαπερνώ, τρυπώ
to pierce with a sharp point
Transitive: to transfix sth
Παραδείγματα
In mythology, the hero transfixed the dragon's heart with a spear.
Στη μυθολογία, ο ήρωας τρύπησε την καρδιά του δράκου με ένα δόρυ.
02
διαπερνώ, γοητεύω
to cause someone or something to become motionless, often by shock, awe, or intense concentration
Transitive: to transfix sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
transfix
γ΄ ενικό πρόσωπο
transfixes
ενεστώτα μετοχή
transfixing
απλός αόριστος
transfixed
παθητική μετοχή
transfixed
Παραδείγματα
The mesmerizing performance on stage transfixed the audience, holding them spellbound.
Η μαγευτική παράσταση στη σκηνή κατέπληξε το κοινό, κρατώντας το μαγεμένο.
Λεξικό Δέντρο
transfixed
transfix



























