Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to transfix
01
διαπερνώ, τρυπώ
to pierce with a sharp point
Transitive: to transfix sth
Παραδείγματα
The butcher transfixed the meat with metal skewers for roasting.
Ο χασάπης τρύπησε το κρέας με μεταλλικά ξυλάκια για ψήσιμο.
02
διαπερνώ, γοητεύω
to cause someone or something to become motionless, often by shock, awe, or intense concentration
Transitive: to transfix sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
transfix
γ΄ ενικό πρόσωπο
transfixes
ενεστώτα μετοχή
transfixing
απλός αόριστος
transfixed
παθητική μετοχή
transfixed
Παραδείγματα
The predator 's gaze transfixed the prey, freezing it in place with fear.
Το βλέμμα του θηρευτή τρύπησε το θήραμα, παγώνοντάς το στη θέση του από φόβο.
Λεξικό Δέντρο
transfixed
transfix



























