transferrer
trans
ˈtræns
trāns
fe
rrer
ər
ēr
transferer

Ορισμός και σημασία του "transferrer"στα αγγλικά

01

μεταφορέας, πρόσωπο που μεταφέρει κάτι από ένα μέρος σε άλλο

a person who moves something from one place to another 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
transferrers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store