Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transferable
01
μεταβιβάσιμος, διαβιβάσιμος
capable of being legally passed from one owner to another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most transferable
συγκριτικός βαθμός
more transferable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The insurance policy is transferable to a different beneficiary if necessary.
Η ασφαλιστική πολιτική είναι μεταβιβάσιμη σε διαφορετικό δικαιούχο εάν είναι απαραίτητο.
02
μεταβιβάσιμος, διαθέσιμος
capable of being moved or conveyed from one place to another
Λεξικό Δέντρο
nontransferable
transferability
untransferable
transferable
transfer



























