Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tranquility
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She found tranquility by the quiet lakeside.
Βρήκε ηρεμία στην ήσυχη πλευρά της λίμνης.
02
ηρεμία, γαλήνη
a state of peace and quiet
03
ηρεμία
an untroubled state; free from disturbances
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
tranquility
tranquil



























