Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trampoline
01
τραμπολίνο
a piece of exercise equipment that consists of a stretchy cloth attached to a frame on which people can jump for fun or exercise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trampolines
Παραδείγματα
The children spent the afternoon bouncing on the trampoline in the backyard.
Τα παιδιά πέρασαν το απόγευμα πηδώντας στο τραμπολίνο στην πίσω αυλή.



























