Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tragicomedy
01
τραγικωμωδία, δραματικό έργο με τραγικά και κωμικά στοιχεία
a dramatic piece that has both tragic and comic elements
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tragicomedies
02
τραγικομωδία, κωμωδία με σοβαρά στοιχεία
a comedy with serious elements or overtones
LanGeek



























