Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Traffic
01
κίνηση, τηλεπικοινωνιακή κίνηση
the coming and going of cars, airplanes, people, etc. in an area at a particular time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The traffic on the highway was heavy during rush hour.
Η κίνηση στον αυτοκινητόδρομο ήταν πολύκροτη κατά τις ώρες αιχμής.
02
εμπόριο, παράνομο εμπόριο
the act of buying and selling goods, especially illicitly
Παραδείγματα
The city tried to suppress the traffic of stolen goods.
Η πόλη προσπάθησε να καταστείλει την εμπορία κλεμμένων αγαθών.
03
ανταλλαγή, αλληλεπίδραση
social or verbal interaction
Παραδείγματα
His traffic with scholars expanded his understanding.
Η κυκλοφορία του με τους λόγιους επέκτεινε την κατανόησή του.
04
κίνηση, ροή
the amount of data, signals, or activity over a communication system in a given period
Παραδείγματα
Internet traffic surged during the live event.
Η κίνηση στο Διαδίκτυο αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της ζωντανής εκδήλωσης.
to traffic
01
παρανομώ, διακινώ
to illegally trade something
Transitive: to traffic something illegal | to traffic in something illegal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
traffic
γ΄ ενικό πρόσωπο
traffics
ενεστώτα μετοχή
trafficking
απλός αόριστος
trafficked
παθητική μετοχή
trafficked
Παραδείγματα
Criminal organizations often traffic drugs across borders to evade law enforcement.
Οι εγκληματικές οργανώσεις συχνά διακινούν ναρκωτικά πέρα από τα σύνορα για να αποφύγουν την επιβολή του νόμου.
02
εμπορεύομαι, συναλλάσσομαι
to engage in trade, business, or dealings with someone
Intransitive: to traffic with sb/sth
Παραδείγματα
The company has been trafficking with suppliers from overseas.
Η εταιρεία έχει εμπορεύεται με προμηθευτές από το εξωτερικό.



























