Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tractable
01
υπάκουος, ευμετάβλητος
(of people or animals) easily controlled or influenced by external factors or authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tractable
συγκριτικός βαθμός
more tractable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dog was so tractable that it followed every command without hesitation.
Ο σκύλος ήταν τόσο υπάκουος που ακολουθούσε κάθε εντολή χωρίς δισταγμό.
02
διαχειρίσιμος, εύκολος στην επίλυση
(of situations or problems) easy to address, manage, or resolve
Παραδείγματα
The software bug turned out to be tractable once the root cause was identified.
Το σφάλμα λογισμικού αποδείχθηκε διαχειρίσιμο μόλις εντοπίστηκε η ρίζα του προβλήματος.
Λεξικό Δέντρο
intractable
retractable
tractability
tractable
tract



























