Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tracery
01
διακοσμητική λιθοδομή, διακοσμητικά μοτίβα
the ornamental stonework or decorative patterns of interlacing shapes and lines, typically found in Gothic architecture
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
traceries
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
tracery
trace



























