toying
toying
tɔɪɪng
τοϊινγκ
tryingtying

Ορισμός και σημασία του "toying"στα αγγλικά

01

φλερτ, παιχνίδι

playful behavior intended to arouse sexual interest 
toying definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
toyings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

toying
toy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store