Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Toying
01
φλερτ, παιχνίδι
playful behavior intended to arouse sexual interest
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
toyings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
toying
toy



























