town
town
taʊn
ταουν
downnoungownfrown

Ορισμός και σημασία του "town"στα αγγλικά

01

πόλη, χωριό

an area with human population that is smaller than a city and larger than a village 
town definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
towns
Παραδείγματα
I live in a small town surrounded by beautiful countryside. 

Ζω σε μια μικρή πόλη περιτριγυρισμένη από όμορφα εξοχικά.

02

πόλη, κωμόπολη

the people living in a municipality smaller than a city 
03

πόλη, δήμος

an administrative division of a county 
04

πόλη, Αμερικανός αρχιτέκτονας γνωστός για το σχεδιασμό και την κατασκευή γεφυρών ζευκτών (1784-1844)

United States architect who was noted for his design and construction of truss bridges (1784-1844) 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

township
uptown
town
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store