to tousle
Pronunciation
/tˈaʊsəl/

Ορισμός και σημασία του "tousle"στα αγγλικά

to tousle
01

ανακατώνω, ταράζω

to make someone's hair appear untidy or unruly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tousle
γ΄ ενικό πρόσωπο
tousles
ενεστώτα μετοχή
tousling
απλός αόριστος
tousled
παθητική μετοχή
tousled
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store