Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tousle
01
ανακατώνω, ταράζω
to make someone's hair appear untidy or unruly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tousle
γ΄ ενικό πρόσωπο
tousles
ενεστώτα μετοχή
tousling
απλός αόριστος
tousled
παθητική μετοχή
tousled
Λεξικό Δέντρο
tousled
tousle



























