Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to toughen
01
ενισχύω, σκληραίνω
to make something stronger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
toughen
γ΄ ενικό πρόσωπο
toughens
ενεστώτα μετοχή
toughening
απλός αόριστος
toughened
παθητική μετοχή
toughened
Παραδείγματα
The new regulations aim to toughen safety standards in the construction industry.
Οι νέοι κανονισμοί στοχεύουν στην ενίσχυση των προτύπων ασφάλειας στη βιομηχανία κατασκευών.
02
ενισχύω, σκληραίνω
to make something such as a rule or policy stronger
Transitive
Λεξικό Δέντρο
toughened
toughen
tough



























