Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Touchscreen
01
οθόνη αφής, οθόνη επαφής
a display by which the user can interact with a computer, smartphone, etc. by touching its surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
touchscreens
Παραδείγματα
The phone has a responsive touchscreen for easy navigation.
Το τηλέφωνο διαθέτει ένα ευαίσθητο οθόνη αφής για εύκολη πλοήγηση.
Λεξικό Δέντρο
touchscreen
touch
screen



























