Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Toter
01
μεταφορέας, φορτωτής
someone whose employment involves carrying something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
toters



























