toter
to
ˈtəʊ
tew
ter
towertopertonertotter

Ορισμός και σημασία του "toter"στα αγγλικά

01

μεταφορέας, φορτωτής

someone whose employment involves carrying something 
toter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toters
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store