Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Totalitarianism
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The political party embraced totalitarianism as the guiding principle of its rule.
Το πολιτικό κόμμα υιοθέτησε τον ολοκληρωτισμό ως κατευθυντήρια αρχή της διακυβέρνησής του.
02
ολοκληρωτισμός, ολοκληρωτικό καθεστώς
a government system in which a single ruler holds absolute authority
Παραδείγματα
Under totalitarianism, citizens had no legal rights to oppose the leader.
Κάτω από τον ολοκληρωτισμό, οι πολίτες δεν είχαν νομικά δικαιώματα να αντιταχθούν στον ηγέτη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
totalitarianism
totalitarian



























