tot
tot
tɒt
tot
cotnotjotrot

Ορισμός και σημασία του "tot"στα αγγλικά

01

μωρό, παιδάκι

a very young child, typically a toddler or preschooler 
tot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tots
Παραδείγματα
The tot clapped excitedly as the birthday candles were lit. 

Το μωρό χτύπησε τα χέρια του ενθουσιασμένο όταν άναψαν τα κεριά γενεθλίων.

02

σταγόνα, γουλιά

a small amount (especially of a drink) 
to tot
01

αθροίζω, υπολογίζω το σύνολο

determine the sum of 
to tot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tot
γ΄ ενικό πρόσωπο
tots
ενεστώτα μετοχή
totting
απλός αόριστος
totted
παθητική μετοχή
totted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store