Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
torpid
01
νωθρός, απαθής
having little to no energy and being inactive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most torpid
συγκριτικός βαθμός
more torpid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After months of inactivity, the once-bustling town had become torpid and lifeless.
Μετά από μήνες αδράνειας, η κάποτε πολυσύχναστη πόλη είχε γίνει νωθρή και άψυχη.
02
νυσταγμένος, ληθαργικός
in a condition of biological rest or suspended animation
Λεξικό Δέντρο
torpidly
torpidness
torpid



























