Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Torment
01
βασανιστήριο, ταλαιπωρία
extreme amount of pain or distress experienced either physically or mentally
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The prisoner endured years of torment at the hands of his captors.
Ο φυλακισμένος υπέμεινε χρόνια βασανιστηρίων στα χέρια των αιχμαλωτιστών του.
02
βασανιστήριο, ακραία ψυχική δυσφορία
extreme mental distress
03
βασανιστήριο, οδύνη
unbearable physical pain
04
βασανιστήριο, παρενόχληση
the act of harassing someone
05
βασανιστήριο, ταλαιπωρία
a severe affliction
06
βασανιστήριο, ταλαιπωρία
a feeling of intense annoyance caused by being tormented
to torment
01
βασανίζω, τρομοκρατώ
to cause someone to undergo intense mental pain or distress
Transitive: to torment sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
torment
γ΄ ενικό πρόσωπο
torments
ενεστώτα μετοχή
tormenting
απλός αόριστος
tormented
παθητική μετοχή
tormented
Παραδείγματα
The constant teasing at school tormented him, leading to anxiety and fear.
Ο σταθερός εκφοβισμός στο σχολείο τον βασάνιζε, οδηγώντας σε άγχος και φόβο.
02
βασανίζω, ταλαιπωρώ
to subject someone to severe physical suffering
Transitive: to torment sb
Παραδείγματα
The captors sought to torment their prisoners for information.
Οι απαγωγείς επιδίωξαν να βασανίσουν τους κρατούμενους τους για πληροφορίες.



























