topsoil
top
ˈtɒp
top
soil
sɔɪl
soyl
topsail

Ορισμός και σημασία του "topsoil"στα αγγλικά

01

επιφανειακό στρώμα εδάφους, γόνιμο έδαφος

the layer of soil on the surface 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
topsoils
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store