topsoil
top
ˈtɑp
ταπ
soil
ˌsɔɪl
σοϊλ
/tˈɒpsɔ‍ɪl/

Ορισμός και σημασία του "topsoil"στα αγγλικά

01

επιφανειακό στρώμα εδάφους, γόνιμο έδαφος

the layer of soil on the surface
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store