tor
tor
tɔ:
το
oreoarcoretorr

Ορισμός και σημασία του "tor"στα αγγλικά

01

μικρός βραχώδης λόφος, βραχώδης λόφος

a small rocky hill 
tor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tors
02

ένας tor, ένας σωρός από βράχους

a prominent rock or pile of rocks on a hill 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store