Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
topographical
01
τοπογραφικός
related to the detailed mapping or description of the physical features and landscape of a particular area
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geography, mapping, landscape
Παραδείγματα
The topographical survey revealed the steep slopes and valleys of the mountainous region.
Η τοπογραφική έρευνα αποκάλυψε τις απότομες πλαγιές και τις κοιλάδες της ορεινής περιοχής.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
topographically
topographical



























