topographical
Pronunciation
/tˌɑːpəɡɹˈæfɪkəl/

Ορισμός και σημασία του "topographical"στα αγγλικά

topographical
01

τοπογραφικός

related to the detailed mapping or description of the physical features and landscape of a particular area
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Topographical changes caused by erosion and sedimentation can alter the landscape over time.
Οι τοπογραφικές αλλαγές που προκαλούνται από τη διάβρωση και τη στερεοποίηση μπορούν να αλλάξουν το τοπίο με το πέρασμα του χρόνου.

Λεξικό Δέντρο

topographically
topographical
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store