topically
to
ˈtɒ
to
pica
pɪk
pik
lly
li
li
typically

Ορισμός και σημασία του "topically"στα αγγλικά

01

θεματικά, με τρόπο που σχετίζεται με το θέμα

in a way that is related to the subject being discussed 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The article addressed the issue topically, focusing on recent developments in the field. 

Το άρθρο ανέλυσε το θέμα θεματικά, εστιάζοντας στις πρόσφατες εξελίξεις στον τομέα.

02

τοπικά

directly onto a specific area of the body 
Παραδείγματα
The doctor instructed the patient to apply the anti-itch cream topically to the affected area. 

Ο γιατρός διέταξε τον ασθενή να εφαρμόσει την αντιαφριστική κρέμα τοπικά στην πληγείσα περιοχή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store